Κιθάρα
Η κιθάρα υπήρξε έγχορδο μουσικό όργανο της ελληνικής Αρχαιότητας, το οποίο ανήκε στην ευρύτερη οικογένεια της λύρας.
Στις μέρες μας η κιθάρα αναφέρεται σε σύγχρονο μουσικό όργανο, το οποίο αποτελεί εξέλιξη μιας ξεχωριστής οικογένειας εγχόρδων οργάνων, που περιλαμβάνει το λαούτο, ενώ απαντάται σε πλήθος πολιτισμών με διαφορετικές ονομασίες και κατασκευαστικά στοιχεία.
Στη σύγχρονη εκδοχή της, η κιθάρα αποτελείται συνήθως από έξι χορδές, ωστόσο συναντώνται και παραλλαγές με επτά, οκτώ, δέκα, δώδεκα και δεκαοκτώ. Η οικογένεια της κιθάρας περιλαμβάνει αρκετά όργανα που εμφανίζουν παραλλαγές ως προς τη μορφή τους ή τον τρόπο εκτέλεσης. Ανήκει στα σύνθετα χορδόφωνα. Από το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, αποτελεί ένα από τα πλέον δημοφιλή μουσικά όργανα, καθώς χρησιμοποιείται σε μια πληθώρα μουσικών ειδών, όπως η τζαζ, μπλουζ, ροκ, heavy metal, ποπ, λαϊκή, παραδοσιακή μουσική και ποπ ροκ, ενώ στη νεότερη ιστορία της χρησιμοποιείται σε ένα αυξανόμενο ρεπερτόριο κλασικής μουσικής.

Πιάνο
Το πιάνο (παλαιότερη ελληνική απόδοση: κλειδοκύμβαλο) είναι μουσικό όργανο, που εντάσσεται στην κατηγορία των πληκτροφόρων (κατ' άλλους θεωρείται χορδόφωνο). Είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος μουσικό όργανο μετά το εκκλησιαστικό όργανο. Ο μουσικός που χειρίζεται το πιάνο λέγεται πιανίστας, (παλαιότερα κλειδοκυμβαλιστής). Παίζεται με πλήκτρα, σε οριζόντια διάταξη, τα οποία όταν πατηθούν από τα δάκτυλα του πιανίστα σηκώνουν σφυράκια που χτυπούν τις χορδές του, παράγοντας έτσι ήχους.
Τύμπανο
Τα μεμβρανόφωνα κρουστά (ή απλώς τύμπανα) του συνόλου φέρουν μία ή δύο μεμβράνες (ή κεφαλές), τεντωμένες στα ανοίγματα του κυλινδρικού σώματος του τυμπάνου με τη βοήθεια μηχανικών εξαρτημάτων που κάνουν εφικτή τη ρύθμιση της ασκούμενης πίεσης - μικρότερη πίεση σημαίνει πως η μεμβράνη θα είναι πιο χαλαρή και ως αποτέλεσμα ο ήχος πιο χαμηλός, ενώ το αντίθετο συμβαίνει για μεγαλύτερες πιέσεις.
Φλογέρα
Η φλογέρα είναι πνευστό μουσικό όργανο. Ανήκει στα ελληνικά ποιμενικά όργανα, μαζί με το σουραύλι, τη μαντούρα και το θιαμπόλι. Είναι κυλινδρικό, μακρόστενο, καθώς και ανοικτό και στα δύο του άκρα. Το ένα άκρο (κεφαλή) είναι το μέρος στο οποίο φυσά ο οργανοπαίκτης και παράγει τις κύριες δονήσεις του ήχου, και κατά μήκος του κυλίνδρου φέρει έξι ευθυγραμμισμένες οπές σε σχετικές αποστάσεις μεταξύ τους, τις οποίες κλείνει και ανοίγει με τα δάχτυλά του ο οργανοπαίκτης καθώς παίζει και οι οποίες δίνουν τα διαστήματα της διατονικής κλίμακας.
Βιολί
Το βιολί είναι έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι. Έχει 4 χορδές διαφορετικού τονικού ύψους (σολ, ρε, λα, μι), που χορδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 44 χρωματικούς φθόγγους. Το βιολί στηρίζεται στον ώμο ενώ κρατιέται με το ένα χέρι και ο μουσικός απλώς πιέζει τις χορδές ενώ με το άλλο κινεί το δοξάρι επάνω στις χορδές.
Ηλεκτρική κιθάρα
Ηλεκτρική αποκαλείται η κιθάρα που χρησιμοποιεί ηλεκτρομαγνήτες για να μετατρέψει τον ηχητικό παλμό των ατσάλινων χορδών της σε ηλεκτρικό ρεύμα το οποίο μπορεί έπειτα να ενισχυθεί από ένα σύστημα ενισχυτή-ηχείου. Το σήμα που προέρχεται από την κιθάρα μπορεί κάποιες φορές να διαφοροποιηθεί με εφέ όπως το βάθος ή να παραμορφωθεί. Ενώ οι περισσότεροι τύποι ηλεκτρικής κιθάρας φέρουν έξι χορδές, απαντώνται και επτάχορδες οι οποίες χρησιμοποιούνται από κάποιους μουσικούς της τζαζ και της μέταλ μουσικής,
Μπάσο
Το μπάσο είναι έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με τα δάχτυλα ή τον αντίχειρα, με τεχνικές όπως slapping, popping, tapping και thumbing, ή με πένα. Το σχήμα του είναι παρόμοιο με αυτό της ηλεκτρικής κιθάρας, διαφέρει όμως στο μήκος του λαιμού και στην απόσταση των τάστων μεταξύ τους. Συνδέεται με ενισχυτή στις ζωντανές εμφανίσεις. Έχει τέσσερις χορδές συνήθως, αν και υπάρχουν και πεντάχορδα, εξάχορδα ή ακόμη και με μεγαλύτερο αριθμό χορδών μπάσα.

Άρπα
Η άρπα είναι έγχορδο μουσικό όργανο, το οποίο έχει ιστορία τουλάχιστον 5.000 ετών και η χρήση του οποίου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.Ο σκελετός της άρπας σχηματίζει τρίγωνο του οποίου η κατακόρυφη πλευρά χρησιμεύει για να στηρίζει τις δύο άλλες, επί των οποίων βρίσκονται τεντωμένες 46 χορδές χορδισμένες σε «ντο ύφεση». Η άρπα είναι από τα αρχαιότερα μουσικά όργανα, και εμφανίζεται με χορδές που στηρίζονταν σε ελλειψοειδή σκελετό, ελεύθερο από τη μια πλευρά. Ο τύπος αυτός διατηρείται ακόμη και σήμερα σε περιοχές της Ασίας και της Αφρικής.
Σαξόφωνο
Το σαξόφωνο είναι πνευστό μουσικό όργανο και παρά τη μεταλλική δομή του, ανήκει στην οικογένεια των ξύλινων πνευστών γιατί ο ήχος του παράγεται από καλάμι. Έχει στόμιο με γλωττίδα, κωνικό σωλήνα και μηχανισμό κλειδιών. Το πρώτο σαξόφωνο το κατασκεύασε από ξύλο ο ωρολογοποιός Ντεφοντενέλ (Defantenel) στο Λιζιέ. Ο πραγματικός δημιουργός, που έδωσε και το όνομά του στο όργανο, είναι ο Βέλγος Αντόλφ Σαξ (Adolphe Sax 1814-1894) που το εφηύρε τον 19ο αιώνα. Το πρώτο Σαξόφωνο κατασκευάστηκε το 1840 από τον ίδιο, και το εγκαινίασε στο κοινό, σε μία συναυλία στο Παρίσι. Υπάρχουν επτά είδη σαξοφώνου: σοπρανίνο, σοπράνο, άλτο, τενόρο, βαρύτονο, μπάσο και κόντρα μπάσο.
Tρομπέτα
Η τρομπέτα είναι αερόφωνο μουσικό όργανο με μεταλλικό επιστόμιο σε σχήμα κούπας, που ανήκει στην οικογένεια των χάλκινων πνευστών.
Στην αρχική μορφή της, ως σάλπιγγα, από τους αρχαίους Έλληνες, ήταν γνωστή στους Αιγυπτίους, στους Εβραίους και τους Ρωμαίους, φτιαγμένη αρχικά από ξύλο, αργότερα από μέταλλο (μπρούντζο, ασήμι) και τέλος (όπως και σήμερα) από χαλκό. Αποτελούνταν από ένα μακρύ σωλήνα σε διάφορα μήκη που από το τέλος του 1ου μ.Χ. αιώνα και μετά φάρδυνε, καταλήγοντας σε μια μετρίου μεγέθους καμπάνα.
Κοντραμπάσο
Το κοντραμπάσο ή αλλιώς βαθύχορδο, είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι. Έχει μήκος περίπου 1.80 μέτρα και διαθέτει τέσσερις χορδές (μι, λα, ρε, σολ), όπως και τα υπόλοιπα έγχορδα της συμφωνικής ορχήστρας. Παλιότερα, ήταν τρίχορδο, ενώ σήμερα υπάρχουν και πεντάχορδα όργανα. Είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος και με τον πιο βαθύ ήχο από τα μέλη της "οικογένειας" του βιολιού. Παίζεται με το κάτω μέρος να στηρίζεται στο έδαφος με τη βοήθεια μεταλλικής ράβδου.

Λαούτο
Το λαούτο ή λαγούτο, είναι έγχορδο όργανο, που στην ελληνική παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται κυρίως σαν συνοδεία σε βιολί, λύρα, κλαρίνο, ή άλλα όργανα.
Το λαούτο αποτελεί σύνθεση στοιχείων από την αρχαιοελληνική πανδούρα (μακρύ χέρι). Συγγενεύει με το ούτι αλλά έχει μεγαλύτερο μπράτσο. Κουρδίζεται Μι Λα Ρε Σολ (κρητικό λαούτο) και Λα Ρε Σολ Ντο (στεριανό και νησιώτικο λαούτο), από κάτω προς τα πάνω. Είναι όργανο υποτιμημένο, ιδιαίτερα στις στεριανές περιοχές -χρησιμοποιείται όμως αρκετά στα νησιά- παρ'όλα αυτά οι σολιστικές δυνατότητές του είναι πολύ μεγάλες. Ο δεξιοτέχνης του λαούτου Χρήστος Ζώτος συνέβαλλε στην ανάδειξη του λαούτου δημιουργώντας μια δική του τεχνική.

Κλαρινέτο
Το κλαρινέτο (ή ευθύαυλος) είναι πνευστό μουσικό όργανο. Στη σημερινή του μορφή εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα. Το κλαρινέτο κατέχει σήμερα βασική θέση στη συμφωνική ορχήστρα, και ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων πνευστών. Πολύ σύνηθες είναι το κλαρινέτο και ως μέλος ορχηστρών της τζαζ. Στην Ελλάδα, όπου επεκράτησε η ονομασία κλαρίνο, αλλά και σε πολλές χώρες των Βαλκανίων, αποτελεί ένα από τα βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής.

Κανονάκι
Το κανονάκι (η ονομασία προέρχεται από το αραβικό "qanun", νόμος, δανεισμένη από το αρχαιοελληνική λέξη "κανών") είναι παραδοσιακό όργανο της Μέσης Ανατολής, γνωστό στην Ελλάδα από την αρχαιότητα ως τρίγωνο ή επιγόνειο και τους βυζαντινούς ως ψαλτήρι.
Είναι νυκτό όργανο, με εντέρινες χορδές, παίζεται με δύο πένες που προσδένονται με μεταλλικές δακτυλήθρες στους δείκτες των δύο χεριών. Σε κάθε χορδή, κινητοί καβαλάρηδες υψώνουν τους φθόγγους σύμφωνα με τα μικροδιαστήματα της παραδοσιακής μουσικής κλίμακας όπου κινείται ο οργανοπαίκτης.

Σαντούρι
Το σαντούρι είναι έγχορδο κρουστό[1] επίπεδο μουσικό όργανο. Το όνομά του προέρχεται εκ της ελληνικής λέξεως ψαλτήριον μέσω της περσικής γλώσσας σαντούρι
Πρόκειται για αρχαίο μουσικό όργανο που επινοήθηκε πιθανόν στην Περσία από την οποία και διαδόθηκε τόσο προς την Ινδία και την Κίνα, όσο και δυτικά στη Μέση Ανατολή και τη Βαλκανική. Κατασκευάζεται κυρίως από ξύλο Ελάτης .Έχει επένδυση από Σφενδάμι ή Οξυά. Έχει σχήμα τραπεζοειδές επί του οποίου φέρονται οριζοντίως και επάλληλα περίπου 100-105 μεταλλικές χορδές, ανά τρεις,τέσσερις ή πέντε για κάθε φθόγγο, αποδίδοντας έτσι 41 νότες, με τις μεγαλύτερες σε μήκος χορδές στο κάτω μέρος και τις μικρότερες στο άνω. Οι χορδές του οργάνου αυτού, "χορδίζονται" με ειδικά μεταλλικά κλειδιά που φέρονται συνηθέστερα επί της δεξιάς πλευράς του οργάνου και οι οποίες κρούονται με μικρά ξύλινα ραβδία, που λέγονται μπαγκέτες.
Μπαγλαμάς
Ο μπαγλαμάς ή μπαγλαμαδάκι είναι νυκτό μουσικό όργανο, όπως κι ο ταμπουράς, μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πανδούρας[1] και μικρογραφία του μπουζουκιού, που χρησιμοποιείται στην ελληνική λαϊκή μουσική. Κατά κανόνα έχει τρεις διπλές χορδές. Ο ήχος του μπαγλαμά είναι οξύς. Κάθε χορδή κουρδίζεται μία οκτάβα υψηλότερα από την αντίστοιχη στο μπουζούκι.Ο λόγος που ο μπαγλαμάς έχει μικρότερες διαστάσεις είναι ότι έτσι θα μπορούσαν οι παίκτες να τον κρύψουν εύκολα, αφού απαγορευόταν επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα επί δικτατορίας (βλέπε αναφορές Ηλία Πετροπουλου).
Βιολοντσέλο
Το Βιολοντσέλο ή αλλιώς Τσέλο, είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι. Έχει τέσσερις χορδές (από τη χαμηλότερη: ντο, σολ, ρε, λα), όπως και τα υπόλοιπα έγχορδα της συμφωνικής ορχήστρας.
Ο τσελίστας, είναι πάντα καθιστός, τοποθετεί το βιολοντσέλο ανάμεσα στα πόδια του και το στηρίζει στο έδαφος με τη βοήθεια μίας ρυθμιζόμενης μεταλλικής ράβδου στήριξης. Πρόγονος του βιολοντσέλου είναι η βιόλα ντα γκάμπα, την οποία ο εκτελεστής συγκρατούσε ανάμεσα στις γάμπες του.
Το βιολοντσέλο έχει ένα πλούσιο και δυνατό ήχο. Είναι ένα απο τα πιο βασικά όργανα τόσο στη μουσική δωματίου όσο και στη συμφωνική ορχήστρα. Το σκάφος του (το ξύλινο σώμα) έχει μήκος 75 εκ. ενώ οι χορδές του είναι πιο παχιές από του βιολιού και της βιόλας και χρησιμοποιείται συνήθως μαζί με το Κοντραμπάσο για να παίξει τις μπάσες νότες ενός μουσικού έργου, λόγω όμως της μεγάλης μουσικής του έκτασης, είναι εξίσου αξιόλογο και ως σόλο όργανο

Βιόλα ντα γκάμπα
Η βιόλα ντα γκάμπα είναι έγχορδο μουσικό όργανο, η κατασκευή και η μουσική για το οποίο αναπτύχθηκε την περίοδο της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Προέρχεται από το μεσαιωνικό όργανο βιχουέλα και ανήκει σε μια ευρύτερη οικογένεια οργάνων, τα οποία καλύπτουν έκταση αντίστοιχη μ' αυτήν της οικογένειας του βιολιού. Το προσωνύμιο ντα γκάμπα (από το ιτ. gamba = πόδι, γάμπα) είναι ενδεικτικό της στάσης παιξίματος (πρβλ. βιόλα ντα μπράτσο), καθώς στηρίζεται ανάμεσα στις γάμπες και όχι στο έδαφος, όπως το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο.
Κριτική λύρα
Η Κρητική λύρα είναι ξύλινο χορδόφωνο (έγχορδο μουσικό όργανο). Έχει συνήθως τρεις χορδές, σε νότες Σολ-Ρε-Λα και παίζεται τρίβοντας ένα δοξάρι στις χορδές της. Kατέχει κεντρική θέση στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης και άλλων νησιών του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Ήταν γνωστή για πρώτη φορά στην Βυζαντινή Κρήτη, με κάποιες περαιτέρω τροποποιήσεις που σημειώθηκαν τον 20ο αιώνα για να δώσει στο όργανο έναν πιο ισχυρό ήχο και προβολή. Θεωρείται η πλέον δημοφιλής παραλλαγή της βυζαντινής λύρας που χρησιμοποιείται σήμερα. Τα μέρη μιας Κρητικής λύρας είναι συνήθως κατασκευασμένα από διαφορετικούς τύπους ξύλου. Οι χορδές είναι από έντερο ή μέταλλο.
Αρμόνιο
Το αρμόνιο είναι μουσικό όργανο με πλήκτρα που αντικαθιστά το εκκλησιαστικό όργανο (τεράστιων διαστάσεων) σε σχετικά μικρούς χώρους.
Το αρμόνιο εξωτερικά μοιάζει με το πιάνο, αλλά συνήθως είναι λίγο μικρότερο. Έχει σύστημα εμφύσησης που καταργεί τους αυλούς των εκκλησιαστικών οργάνων. Ο αέρας αποθηκεύεται σε δεξαμενή με ένα ή δύο ποδοκίνητους φυσητήρες και πατώντας τα πλήκτρα θέτει σε κίνηση ελάσματα και παράγει ήχους. Το πάτημα ενός πλήκτρου αντιστοιχεί σε δυο ίδιους φθόγγους διαφορετικών οκτάβων, που ηχούν ταυτόχρονα. Αρμόνια άρχισαν να κατασκευάζονται από τον 12ο αιώνα.
Συνήθως τα αρμόνια διαθέτουν δύο ή τρεις σειρές πλήκτρων και χρησιμοποιούνται για την εκκλησιαστική μουσική.
Τρομπόνι
Το τρομπόνι είναι χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο. Είναι ιδιόμορφη παραλλαγή της τρομπέτας. Δημιουργήθηκε πιθανόν περίπου το 1450 στην περιοχή της Βουργουνδίας. Αρχικά εμφανίστηκε σε στρατιωτικές ορχήστρες και κατά το 16ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε στις συμφωνικές ορχήστρες. Στη μακραίωνη ιστορία του δέχτηκε πολλές μεταβολές στη μορφή του. Σήμερα αποτελείται από ένα σωλήνα με σταθερό μήκος και από άλλους τρεις κυλίνδρους εφοδιασμένους με «κλειδιά». Η ηχητικότητα του είναι πολύ πλούσια, δεν αλλάζει όμως η τονικότητά του.

Τούμπα
Η τούμπα είναι το μεγαλύτερο και το μικρότερο σε ένταση όργανο ορείχαλκου. Ο ήχος παράγεται με δόνηση ή με βούισμα από τα χείλη σε ένα μεγάλο κοίλο επιστόμιο. Είναι μία από τις πιο πρόσφατες προσθήκες στη σύγχρονη συμφωνική ορχήστρα. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα μέσα του 19ου αιώνα.[1] Τούμπα είναι στα λατινικά η τρομπέτα ή το κέρας.[1] Το κέρατο που αναφέρεται, μοιάζει με αυτό που είναι γνωστό ως ένα μπαρόκ τρομπέτα. Είναι πνευστό μουσικό όργανο με 4 ή 5 βαλβίδες, που ανήκει στα χάλκινα πνευστά της συμφωνικής ορχήστρας. Έχει φαρδύ, κωνικό σωλήνα, πλατιά καμπάνα και επιστόμιο σε σχήμα κούπας. Χαρακτηρίζεται από το μεγάλο του μέγεθος και το βαθύ του ήχο. Το παίξιμο της τούμπας χρειάζεται δύναμη στα πνευμόνια λόγω του μεγέθους του, καθώς πρέπει να γεμίζει αδιάκοπα με αέρα

Ούτι
Το ούτι είναι νυκτό έγχορδο μουσικό όργανο, που Είχαν κάνει δώρο οι Τούρκοι στην Περσία και είναι αρκετά διαδεδομένο στις μουσικές της Μέσης Ανατολής αλλά και στην ελληνική παραδοσιακή μουσική. Συγγενεύει με το λαούτο.

Κρουστά μουσικά όργανα
Τα κρουστά είναι μεγάλη οικογένεια μουσικών οργάνων. Ονομάζονται καθ' αυτόν τον τρόπο επειδή η μέθοδος διέγερσης αυτών των οργάνων είναι η κρούση: ο παραγόμενος ήχος προκαλείται χτυπώντας το όργανο (ή μέρος αυτού) με κάποιο ειδικό εξάρτημα (λ.χ., μπαγκέτα) ή με τα χέρια. Τα κρουστά όργανα ταξινομούνται σε δύο κύριες υποκατηγορίες, τα μεμβρανόφωνα και τα ιδιόφωνα: τα μεν αποτελούνται από ένα συνήθως κυλινδρικό σώμα που φέρει τεντωμένη μεμβράνη στα ανοίγματά του· τα δε κρούονται καθ' ολοκληρίαν (δηλαδή, κτυπώντας οποιοδήποτε σημείο του σώματός τους). Στα μεμβρανόφωνα περιλαμβάνονται τα τυμπάνια, το νταούλι, το ταμπούρο και άλλα· στα ιδιόφωνα κρουστά εντάσσονται τα κύμβαλα (ή πιατίνια), το ξυλόφωνο, οι καστανιέτες, το ντέφι και άλλα. Αξίζει να σημειωθεί πως ένα σύνολο τυμπάνων (γνωστό στην ελληνική ως τύμπανα ή και ντραμς) αποτελείται από μεμβρανόφωνα και ιδιόφωνα κρουστά.
Στη μουσική εκπαίδευση, τα κρουστά συνηθίζεται επίσης να κατηγοριοποιούνται με βάση την παραγωγή (ή όχι) ήχων με καθορισμένο τονικό ύψος.

















